Το ημερολόγιο έγραφε 1972. Σε μια Ελλάδα που άλλαζε πρόσωπο, ο Μπάμπης και η Ευτυχία πήραν την απόφαση να «ριζώσουν» τις ελπίδες τους σε μερικά τετραγωνικά. Άνοιξαν ένα καφενείο, όχι από χόμπι, αλλά από την ανάγκη για το μεροκάματο της επιβίωσης.
Στα Νέα Λιόσια (το σημερινό Ίλιον), η σκόνη από τους χωματόδρομους μπερδευόταν με την ελπίδα των ανθρώπων που έχτιζαν τα σπίτια τους πέτρα-πέτρα. Εκεί, το 1972, ο Μπάμπης και η Ευτυχία άνοιξαν τη δική τους γωνιά, ένα καφενείο που έμελλε να γίνει η «καρδιά» της γειτονιάς μέχρι τα χρόνια της σύνταξης το 2007.
Ο Αγώνας για το Αύριο
Πίσω από τα χαμόγελα και το «καλώς τους», κρυβόταν ένας τιτάνιος αγώνας. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, τα χρήματα μετρημένα και οι απαιτήσεις πολλές. Ο Μπάμπης και η Ευτυχία δεν έχτισαν απλά μια επιχείρηση· έχτισαν ένα σπιτικό μέσα στο καφενείο.
Εκεί, ανάμεσα στις παραγγελίες και το πλύσιμο των φλιτζανιών, μεγάλωσαν τα παιδιά τους.
“Το καφενείο δεν ήταν μόνο δουλειά. Ήταν η ίδια τους η ζωή, ποτισμένη με τον ιδρώτα της τιμιότητας και το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ.”
Η καθημερινότητα
Η μέρα ξεκινούσε πριν ανατείλει ο ήλιος από τις 05.30 το πρωί. Ο Μπάμπης άναβε τα γκάζια, ο πρώτος ελληνικός καφές έπρεπε να είναι έτοιμος για τους εργάτες που πήγαιναν στη δουλειά. Η Ευτυχία, πίσω από τον πάγκο, είχε τη δική της ιεροτελεστία.
Οι Εργάτες: Από νωρίς το πρωί, οι οικοδόμοι και οι τεχνίτες των Νέων Λιοσίων έπιναν τον «βαρύ γλυκό» τους, σχεδιάζοντας το μεροκάματο της ημέρας. Πολλές φορές με την συνοδεία τσίπουρου και κονιάκ…
Το Τάβλι: Ο ήχος από τα ζάρια που χτυπούσαν στο ξύλο και τα πούλια που σέρνονταν με ορμή ήταν η μόνιμη «μουσική υπόκρουση». Κάθε παρτίδα ήταν και μια μικρή μάχη κύρους, με τα πειράγματα να δίνουν και να παίρνουν.
Τα Χαρτιά: Η ατμόσφαιρα γέμιζε καπνό και το χτύπημα της τράπουλας στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα έδινε τον ρυθμό. Η πρέφα, η δηλωτή, η ξερή, ο Θανάσης, το Κουμ Καν και άλλα ήταν η διέξοδος των ανδρών μετά τον κάματο.
Η αυλή ήταν το μεγάλο ατού. Κάτω από την ροδιά και την λεμονιά, το καφενείο μεταμορφωνόταν σε ένα ζωντανό μελίσσι.
Οι Γείτονες: Το απόγευμα, η αυλή γέμιζε από τη γειτονιά. Ήταν το σημείο όπου ανταλλάσσονταν τα νέα, τα παράπονα και οι χαρές.
Το Υποβρύχιο: Η παγωμένη βανίλια στο ποτήρι, το κλασικό κέρασμα για κάθε επισκέπτη.
Τα Σάββατα με ψησίματα, τηγανίσματα, μεζεδάκια, ούζο και μπύρα… Η Ευτυχία με μεράκι τηγάνιζε μπακαλιάρο, λουκάνικα, ομελέτες για τους πελάτες – φίλους.
Για τον Μπάμπη και την Ευτυχία, το καφενείο στα Νέα Λιόσια δεν ήταν απλά μια επιχείρηση, ήταν ο στίβος της ζωής τους. Σε χρόνια δύσκολα και απαιτητικά, κάθε καφές που σερβιριζόταν ήταν ένα λιθαράκι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια.
Οι ώρες ήταν ατέλειωτες και η κούραση συχνά λύγιζε τα γόνατα, αλλά η εικόνα των παιδιών τους να διαβάζουν στα τραπέζια ανάμεσα στις φωνές των θαμώνων, τους έδινε τη δύναμη να συνεχίσουν. Ήταν ένας τίμιος αγώνας για το «αύριο», ποτισμένος με τον ιδρώτα της βιοπάλης και την αγάπη μιας οικογένειας που δεν σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται.
“Στο καφενείο τους, η φτώχεια των χρόνων εκείνων νικιόταν από την πλούσια καρδιά τους και το ζεστό καλωσόρισμα.”
Ο αγώνας ήταν σκληρός, οι οικονομίες μετρημένες, αλλά η αγάπη περίσσευε. Στα Νέα Λιόσια του τότε, ο Μπάμπης και η Ευτυχία κατάφεραν το ακατόρθωτο: να κρατήσουν ζωντανή μια επιχείρηση και ταυτόχρονα να μεγαλώσουν δύο παιδιά με αρχές, προσφέροντάς τους όλα όσα εκείνοι στερήθηκαν.
Σήμερα, η ανάμνηση εκείνης της αυλής παραμένει ζωντανή. Είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που μετέτρεψαν το «τίποτα» σε ένα σπιτικό για όλη τη γειτονιά.
Αφήστε μια απάντηση